Header Ads

Killzone: Shadow Fall Review

Δεν ξέρω αν το είχατε αντιληφθεί τότε, αλλά εκείνο το περίφημο βίντεο του Killzone: Shadow Fall που έδειξε η Sony τον Φεβρουάριο, στα αποκαλυπτήρια του PS4, ήταν και η πρώτη, πραγματική επαφή μας με τη νέα γενιά (εξαιρώντας το Wii U). Τί πιο ταιριαστό λοιπόν από το Killzone: Shadow Fall να είναι το πρώτο review μας για next-gen παιχνίδι. Το τέταρτο μέρος της σειράς της Sony που έχει διχάσει τους παίκτες είναι εδώ και καλείται να κάνει τη διαφορά στο PS4.

Το Killzone: Shadow Fall ξεκινάει μερικά χρόνια μετά τα γεγονότα του Killzone 3. Αφού ο Helghan κατεστράφη ολοσχερώς, η ISA προσέφερε μια σανίδα σωτηρίας στους Helghast που επιβίωσαν, δίνοντας τους ένα αποκομμένο μέρος της Vekta City να μείνουν ως πρόσφυγες. Μιλάμε για ψυχροπολεμικό σκηνικό με την πόλη χωρισμένη στη μέση, που θυμίζει έντονα Βόρεια και Νότια Κορέα. Όπως έχει δείξει η ιστορία αυτό δε λειτουργεί ποτέ σωστά, και έτσι υπάρχουν εντάσεις, συγκρούσεις και πολιτικές ίντριγκες. Η ιστορία του πρωταγωνιστή, Lucas Kellan, ξεκινάει σε μία από αυτές τις εντάσεις, όταν ο πατέρας του, κάτοικος του μέρους της Vekta που δόθηκε στους Helghast, δολοφονείται από τα στρατεύματα που επιτηρούν τον “ξεριζωμό”, με αποτέλεσμα ο ήρωας να καταλήξει να μεγαλώσει στο ίδρυμα των Shadow Marshals, μίας επίλεκτης μονάδα του στρατού της ISA. Μερικά χρόνια μετά, ο ίδιος ο Lucas γίνεται ένας Shadow Marshal και βρίσκεται στο επίκεντρο άλλης μίας μεγάλης έντασης μεταξύ των δύο πολιτισμών και πρέπει να βρει τον υπαίτιο, πριν η σύγκρουση πάρει διαστάσεις πολέμου.

Γενικά, το παιχνίδι αποτυγχάνει στον τομέα της πλοκής. Πρώτα απ' όλα πάσχει από το σύνδρομο “Darksiders 2” - αφηγείται μια ιστορία που είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον πρωταγωνιστή και τα άτομα -συμμάχους ή εχθρούς- που τον περικλύουν, αλλά το σενάριο είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που δίνει την αίσθηση πως, ούτως ή άλλως, η κατάσταση κάποια στιγμή θα έφτανε στο σημείο που έφτασε όταν δείτε τους τίτλους τέλους. Εξελίσσει δηλαδή ελάχιστα τη συνολική ροή της σειράς, και οι όποιες ανατροπές περνάνε και δεν ακουμπάνε. Από την άλλη πλευρά, η Guerrilla επέλεξε να αντιμετωπίσει τα θέματα “προσφυγιά”, “ξεριζωμός”, “θύματα πολέμου”, “ISA Vekta vs Helghast Vekta” με διπλωματική αδιαφορία, μέχρις ώτου τα παρατήσει εντελώς και επικεντρωθεί στον έναν ήρωα που από μόνος του επέλεξε να εκτελέσει μια αποστολή αυτοκτονίας. Η οποία μάλιστα εξελίσσεται (spoiler alert) στον κατεστραμμένο Helghan, κάνοντας το παιχνίδι να χάσει την όποια ευκαιρία να απαγκιστρωθεί από την προηγούμενη τριλογία.

Καλωσήρθατε στη νέα γενιά.

Καλωσήρθατε στη νέα γενιά.

Κατά τ'άλλα οι διάλογοι είναι αδιάφοροι έως κακογραμμένοι, ενώ οι cutscenes έχουν χάσει εκείνη την κινηματογραφική αίσθηση του Killzone 3, αφού τις περισσότερες φορές βλέπετε απλά κάποιον να σας κάνει κύρηγμα. Το πιο λαμπρό σημείο είναι παραδόξως τα audiologs. Χρησιμοποιοώντας το μίνι και απρόσμενα δυνατό ηχείο του Dualshock 4 για να αναπαράγουν διάφορους μονολόγους, τα logs αυτά είναι απρόσμενα καλογραμμένα και τα καταφέρνουν διάνα στο να δώσουν μια γεύση του πραγματικού πολέμου μεταξύ των ISA και των Helghast.

Το μέτριο σενάριο σας πάει τόσο στις δύο πλευρές της Vekta, όσο και σε τοποθεσίες εκτός της πόλης. Τα επίπεδα παρουσιάζουν μια ευχάριστη ποικιλία, χωρίς φυσικά να είναι όλα ρόδινα.

Υπάρχουν περιπτώσεις που η Guerrilla, για να ξεφύγει από τις στενές γραμμές των προηγούμενων παιχνιδιών της, σας τοποθετεί σε μία σχεδόν ανοιχτή αρένα δίνοντάς σας την ελευθερία να προσσεγγίσετε τις εκάστοτε αποστολές με όποιον τρόπο θέλετε. Stealth, γιούργια στα παλούρια, τακτική αναχαίτιση, όλα είναι δυνατά σε ένα καταπληκτικό επίπεδο της ISA Vekta. Λίγο παρακάτω βρίσκεστε σε μια αλληλουχία από γραμμικούς διαδρόμους που δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από τα FPS της προηγούμενης γενιάς.

Και το μοτίβο αυτό, όλως τυχαίως, συνεχίζεται. Όσο είστε στη Vekta των ISA, κινείστε σε μερικά φανταστικά και πραγματικά next-gen επίπεδα. Η ανοιχτή αρένα που ανέφερα, ο σιδηροδρομικός σταθμός, το κτίριο με τους ομήρους, είναι όλα ένα κι ένα, και μεταξύ μας, είναι αυτά που θα σας μείνουν από το παιχνίδι. Όταν όμως περάσετε στην πλευρά των Helghast, τα πράγματα αλλάζουν, σίγουρα προς το χειρότερο. Θέλοντας κατά πάσα πιθανότητα να περάσει την αντίθεση μεταξύ των δύο πλευρών του τοίχους που χωρίζει την πόλη, η Guerrilla στην πορεία διαχώρισε υπερβολικά πολύ και τη δομή των επιπέδων. Από τα ανοιχτά περιβάλλοντα της μίας πλευράς, περνάτε στη γραμμική, σχεδόν κλειστοφοβική εμπειρία της άλλης.

Με αυτό δε θα είχα κανένα απολύτως πρόβλημα, αν η πόλη των Helghast κατάφερνε να παραμείνει τόσο ενδιαφέρουσα και φρέσκια όσο είναι η υπόλοιπη πόλη. Τα πάντα εκεί πέρα θυμίζουν υπερβολικά πολύ καταστάσεις που έχουμε ξαναδεί αλλού, και γι'αυτό δε μπορώ να καταλάβω αν φταίει η εμμονή της Guerrilla με το γκρι του πολέμου ή απλά αν η ομάδα ξέμεινε από ιδέες, χρόνο ή χρήμα. Στην ίδια ακριβώς μοίρα είναι και οι αποστολές που διαδραματίζονται εκτός Vekta, που επίσης δεν προσφέρουν τίποτα παραπάνω από το μέσο FPS. Το μόνο επίπεδο που σώζει την κατάσταση είναι το τελευταίο, όχι για κάποιον άλλον λόγο, απλά επειδή προσφέρει μια αίσθηση παρόμοια με τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς.

Διατάζοντας το OWL να αποσπάσει την προσοχή των εχθρών.

Διατάζοντας το OWL να αποσπάσει την προσοχή των εχθρών.

Αυτό είναι πιο σημαντικό απ' ότι φαντάζεστε, γιατί το Shadow Fall αποστασιοποιείται αρκετά από τους προκατόχους του. Αφήνει πίσω του τον κακό χαμό των πεδίων μάχης του Helghan, και ανταλάσσει την εκπληκτική αίσθηση του πολέμου που είχαν τα προηγούμενα Killzone με μια πιο ήρεμη, κατασκοπική σχεδόν ατμόσφαιρα. Ο Kellan τον περισσότερο καιρό δρα ως ο ανεξάρτητος επίλεκτος στρατιώτης που εισχωρεί στο χώρο των εν δυνάμει εχθρών για να ανακαλύψει τα σχέδια τους. Ήταν μοναδική ευκαιρία για τη Guerrilla να ανανεώσει τον τίτλο της με προχωρημένα στοιχεία stealth, αλλά η όλη ιδέα πέφτει σχετικά γρήγορα στο κενό.

Πέρα από την ίδια δομή των περισσότερων επιπέδων που σπάνια προσφέρεται για μια πραγματική stealth προσέγγιση, υπάρχουν και άλλα θέματα. Οι εχθροί είναι τοποθετημένοι με τέτοιον τρόπο που είναι δύσκολο να τους ξεκάνετε έναν έναν χωρίς θόρυβο, και από την άλλη η AI τους λειτουργεί εντελώς παράδοξα. Στέλνετε λόγου χάρη το OWL, το προσωπικό σας και πάντα διαθέσιμο drone να τους τραβήξει την προσοχή, και αυτοί αυτομάτως γνωρίζουν πού είστε κρυμμένος. Και τα θέματα της AI συνεχίζονται. Υπάρχουν στιγμές που το παιχνίδι κάνει το σφάλμα της “αρένας”, δηλαδή σας βάζει σε μια τοποθεσία και απλά στέλνει διάφορους εχθρούς κατά πάνω σας (οι οποίοι δεν είναι καν αρκετά έξυπνοι να μπουν σε κάλυψη). Υπάρχουν και στιγμές που με το που μπαίνετε σε ένα χώρο γεμάτο εχθρούς, πρέπει να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα... ανταλλαγής βλεμμάτων για να κάνει η AI τη διεργασία της, που ως επί το πλείστον είναι να μένει ακίνητη και να σας πυροβολάει.

Πάντως, το παιχνίδι είναι χορταστικό. Καταρχήν είναι μεγαλούτσικο και όπως προανέφερα προσφέρει μια άλφα ποικιλία, με τα όποια οπισθοδρομικά θέματα που κατά καιρούς παρουσιάζονται. Η δυσκολία του Shadow Fall κινείται σε λογικά πλαίσια, καθώς στο normal οι εχθροί μου φάνηκαν το ίδιο δύσκολοι με αυτούς του Killzone 3. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον χειρισμό - φανταστείτε ένα πιο αργό Battlefield, αλλά ένα πιο γρήγορο Killzone 2. Τέλος, το αιώνιο πρόβλημα των παιχνιδιών της Guerrilla, τα όπλα, παρόλο που δίνουν ωραία αίσθηση (και ακούγονται απολαυστικά) δε φαίνεται να χρησιμοποιούν τεχνολογικές εξελίξεις του έτους 2370 μ.Χ. Αν σε εμένα, που είμαι άσχετος από πολεμικό όπλισμο, έλεγε κάποιος ότι παρόμοια όπλα έχει και το Battlefield 4, θα τον πίστευα χωρίς πολλά πολλά.

Η προσοχή στη λεπτομέρεια διατηρείται στο multiplayer.

Η προσοχή στη λεπτομέρεια διατηρείται στο multiplayer.

Και βέβαια υπάρχει και το multiplayer, που είναι απρόσμενα σταθερό. Καταρχήν, δεν έχει κανένα απολύτως τεχνικό θέμα. Συνδέεστε, παίζετε, κάνετε την playlist σας απροβλημάτιστα, χωρίς αποσυνδέσεις και lag. Ο κώδικας της Guerrilla ήταν πάντα καλός, αλλά εδώ η ομάδα παίρνει έξτρα πόντους, αφού μιλάμε για μια ολοκληρωτικά νέα πλατφόρμα. Κατά τ' άλλα, οι μάχες είναι απλά ενδιαφέρουσες. Οι χάρτες είναι μπόλικοι και καλύπτουν ουσιαστικά όλα τα γούστα, υπάρχουν τρεις ξεχωριστές κλάσεις (assault, support, scout), και η συλλογή XP περιορίζεται στο ξεκλείδωμα κάποιων έξτρα παραμετροποιήσεων για τα όπλα. Υπάρχουν κάποια θεματάκια με το UI, αλλά η Guerrilla ήδη ετοιμάζει βελτιώσεις. Πρόκειται για ένα multiplayer παιχνίδι για όλους, παλιούς και νέους.

Γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τίτλο που κυκλοφορεί στο λανσάρισμα κονσόλας. Δεν υπάρχει ούτε ο ελιτισμός των Battlefield (ακόμα θυμάμαι τί παράπονο είχε πέσει από τους πρωτάρηδες σε διάφορα φόρουμ όταν το BF3 προστέθηκε στο PS Plus), ούτε η υπερβολικά τυποποιημένη ανάπτυξη χαρακτήρα που έχουν τα CoD. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν δύο κύρια modes, το κλασικό Team Deathmatch και το σήμα-κατατεθέν των Killzone, το Warzone. Το Warzone είναι ουσιαστικά μία μίξη από διάφορα γνωστά είδη (CTF, King of the Hill κλπ) που εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Τα ματς αυτά πάντα παρουσιάζουν ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά είμαι οπαδός του παραδοσιακού Deathmatch, οπότε ξόδεψα λίγο χρόνο σε τέτοιους αγώνες. Αξιοσημείωτο το γεγονός πως μπορείτε να δημιουργήσετε τη δική σας Warzone playlist, με τους χάρτες, τις κλάσεις, τα είδη και τους κανόνες που θέλετε εσείς να έχουν οι μάχες.

Όσο για τον τεχνικό τομέα, ναι, το παιχνίδι λάμπει. Λάμπει κυριολεκτικά. Σε κάθε σημείο υπάρχουν μπόλικοι φωτισμοί που προκαλούν το γνωστό εφέ αναλαμπής φακού. Υπερβολικά πολύ για τα δικά μου γούστα, αλλά η Guerrilla δικαιολογείται, καθώς είναι πιο εύκολο να αποδείξεις πως χρησιμοποιείς στο έπακρο τη νέα γενιά με φωτισμούς αλά J.J. Abrams, παρά με προχωρημένες γεωμετρίες (το παιχνίδι σπάνια παρουσιάζει τέτοιες) ή με τυρβώδη καπνό και απολαυστικές εκρήξεις (επίσης απούσες). Κακά τα ψέμματα όμως, η πλήρης απουσία aliasing, το προχωρημένο σύστημα ανακλάσεων, τα εξαιρετικά υψηλής ανάλυσης μοντέλα χαρακτήρων και όπλα, και ένα σωρό μικροπράγματα που πρέπει να παίξετε για να αντιληφθείτε, κάνουν το Shadow Fall ένα πραγματικό next-gen παιχνίδι οπτικά.


Υπερβολικά έντονο το εφέ αναλαμπής φακού.

Υπερβολικά έντονο το εφέ αναλαμπής φακού.

Υπάρχουν στιγμές που ενώ παίζετε θα σκέφτεστε “ναι, τώρα παίζω στο PS4”, αλλά από την άλλη και στιγμές που πρέπει να διπλοτσεκάρετε ποια κονσόλα χρησιμοποιείτε, ειδικά στο multiplayer. Το frame rate είναι σταθερό και το επίπεδο λεπτομέρειας πέφτει ελάχιστα στο multiplayer, αλλά διαφορά υπάρχει, και παρόλη την ποικιλία των χαρτών και την υποστήριξη 24 παικτών, έχω την αίσθηση πως η Guerrilla μπορούσε κάτι παραπάνω. Αλλά μη σας νοιάζουν τα δικά μου παράπονα, δεν είναι ικανά να μειώσουν το ταλέντο των Ολλανδών και το γεγονός πως, πράγματι, το Shadow Fall είναι κουκλί.

Γενικώς καλή δουλειά έχει γίνει και στον ήχο. Τα όπλα ακούγονται καταπληκτικά, οι εκρήξεις και οι φωνές των ηρώων είναι ελαφρώς μέτριες, ενώ η μουσική, δια χειρός Tyler Bates (300, Watchmen, GoW: Ascension) πλαισιώνει άψογα τη δράση.

Στο δια ταύτα, το Killzone: Shadow Fall αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Άλλες φορές εντυπωσιάζει, ενώ άλλες φορές γίνεται επικίνδυνα βαρετό. Είναι ένα συνολικά καλό FPS, που ως launch game κάνει τη δουλειά του, η οποία είναι να επιδεικνύει τις δυνατότητες του PS4, αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον της κονσόλας.

πηγη
Από το Blogger.